Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ: Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι~Τι θέλει να πει ο ποιητής, ποιον εξυμνεί, ποιον «καρφώνει» και ποιοι τον χτικιάσανε στην Τροία.

Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι, τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές, τ’ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι, σου μάθαινε το αύριο και το χθες... 
.
Πορτρέτο του Μ.Ελευθερίου (4 Μαρτίου 2016)

Την 1η Μαΐου του 1944 στο «Σκοπευτήριο της Καισαριανής», εκτελούνται 200 Έλληνες αγωνιστές από τα κατοχικά στρατεύματα, ως εκδίκηση για τον θάνατο ενός Γερμανού στρατηγού. Ο Μάνος Ελευθερίου είναι μόλις 6 ετών, αλλά το γεγονός αυτό στιγμάτισε μια ολόκληρη γενιά και στα μάτια των Κομμουνιστών, τουλάχιστον, η εκτέλεση συνδέθηκε άρρηκτα με τα ιδεολογικά ξαδέλφια των Ναζί στην Ελλάδα, τους ακροδεξιούς.
Η Ελλάδα του 1946 είναι ιδεολογικά διχοτομημένη σε «αριστερούς» και «δεξιούς» με αποτέλεσμα τον Ελληνικό εμφύλιο (1946-49). Είναι η αρχή του Ψυχρού πολέμου και στην Ελλάδα θα παιχτεί το πρώτο επεισόδιο.
Οι κομμουνιστές χάνουν τον πόλεμο κι υπόκεινται σε διώξεις, εξορία και λογοκρισία. Οι συστηματικοί βασανισμοί, διωγμοί σε ξερονήσια (π.χ. Μακρόνησος, Τρίκερι, Άη Στράτης), στρατοδικεία και φυλακισμοί των Κομμουνιστών θα σταματήσουν το 1974 με την μεταπολίτευση.

Ο Ελευθερίου ανήκει στους «αριστερούς» και θα πέσει θύμα λογοκρισίας η δουλειά του την περίοδο της επταετίας. 
Ο στίχος «…παρά να ζεις με αυτήν την συμμορία και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά…» θα λογοκριθεί σε «…παρά να ζεις με αυτήν την κομπανία και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά…» όπως επίσης κι ο στίχος «… Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες και ξημερώνοντας Παρασκευή …» θα αλλαχτεί σε «… Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες και ξημερώνοντας μέρα κακή …». Και οι δύο λέξεις που λογοκρίθηκαν, αποτελούν άμεση αναφορά στην χούντα των συνταγματαρχών που καταλαμβάνει την χώρα την 21η Απριλίου 1967, ημέρα Παρασκευή, όπως επίσης και η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη.

Από συναυλία στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά (1980)

Το ποίημα σε σχέση και με τον Γιώργο Σεφέρη:
Σύμφωνα με λήμμα στην wikipedia, ο Μάνος Ελευθερίου δημοσιεύει το τραγούδι στον δίσκο «Θητεία» το 1974, μετά την πτώση της Χούντας. Ο δίσκος - και πιθανότατα το «Μαλαματένια λόγια» - γράφεται το 1971, άρα γράφεται μέσα στην επταετία. 
Το 1971 είναι σημαντική χρόνια για τον Μ. Ελευθερίου. Οι σαφείς αναφορές των στίχων στον Γιώργο Σεφέρη δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για αμφιβολίες, ο θάνατος του Σεφέρη το 1971 αποτελεί την αφορμή για να γραφτεί το τραγούδι. 
Ο Γ. Σεφέρης γεννήθηκε το 1900 και είναι ένας από τους τρεις σημαντικότερους Έλληνες ποιητές του περασμένου αιώνα μαζί με τους Ο. Ελύτη και Κ. Π. Καβάφη. Είναι ένας από τους δύο Έλληνες που έχει βραβευθεί με Νόμπελ λογοτεχνίας (1963). 
Το γεγονός πως προσωπικότητες όπως ο T. S. Eliot είχαν προτείνει τον Σεφέρη για Νόμπελ το 1955 και το 1961 δείχνει την καθολική αναγνώριση στο πρόσωπο του Έλληνα ποιητή, σε παγκόσμια κλίμακα, από τις αρχές της δεκαετίας του 50’. 
Georgios Seferis with Princess Sibylla of Sweden when he won the Nobel Prize.

Ο Σεφέρης λοιπόν εκείνη την εποχή, είναι ο αδιαμφισβήτητος πνευματικός ηγέτης της χώρας. Ο θαυμασμός του Μ. Ελευθερίου για τον Σεφέρη, αντανακλάται ξεκάθαρα και στην κριτική που ασκεί το 2010 στον Κόλια (γνωστό ως Νίκο Καββαδία). Ο Σεφέρης όμως δεν είναι «αριστερός». Τουλάχιστον όχι με την συμβατική έννοια. Είναι «αστός» με ότι αυτό συνεπάγεται. Τονίζει την ανωτερότητα του, περιφρονεί άλλους ποιητές (π.χ. Κόλιας, Καρυωτάκης, Φ.Αγγουλές) και διαφοροποιείται από την «κατώτερη τάξη» με κάθε ευκαιρία. Είναι επίσης ξεκάθαρο πως δεν είναι «δεξιός» αλλά η Χούντα προσπαθεί να τον πλησιάσει τα πρώτα χρόνια. Αν και θα συνεργαστεί με τον Θεοδωράκη το 1960, θα αρνηθεί να συνδράμει σε δουλειά του ίδιου κι άλλων αριστερών καλλιτεχνών το 1968, καθώς το θεωρεί αδιάφορο. Το 1969 θα μιλήσει πρώτη φορά κατά της Χούντας δημόσια. 
Η κηδεία του Γ. Σεφέρη το 1971 αποτελεί μια από τις ελάχιστες πορείες διαμαρτυρίας κατά της «Χούντας των Συνταγματαρχών» που έγιναν μέσα στην επταετία.

«Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι, τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές, τ’ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι, σου μάθαινε το αύριο και το χθες, μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη, με του καιρού δεμένος τις κλωστές». 
Η πρώτη στροφή είναι άμεση αναφορά στα παιδιά που διδάσκονται Σεφέρη και ταυτόχρονα μια αυτοκριτική, καθώς ο ποιητής θεωρεί πως δεν μπορεί να ξεπεράσει τα δεσμά του, κάτι που θα το «πληρώσει» αργότερα.
«Τ’ αηδόνια σε χτικιάσανε στην Τροία, που στράγγιξες χαμένα μια γενιά, καλύτερα να σ’ έλεγαν Μαρία, και να `σουν ράφτρα μες στην κοκκινιά, κι όχι να ζεις μ’ αυτή την κομπανία και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά…» 
Η δεύτερη στροφή και πάλι αναφέρεται στα παιδιά που μεγαλώνουν κατά την διάρκεια της επταετίας και διαβάζουν Σεφέρη, όμως μεταφράζουν τα ποιήματα του Σεφέρη κατά την ανάγνωση/αφήγηση των χουντικών.
Ας έχουμε κατά νου πως δεν υπήρχε καμία ένδειξη το 1971 που γράφονται οι στίχοι, πως η χούντα θα πέσει σε 3 χρόνια και θα έρθει η μεταπολίτευση κι όχι μια άλλη χούντα ή ένας ακόμη εμφύλιος. Ο Ελευθερίου θεωρεί την «πλύση εγκεφάλου» δεδομένη, για την νέα γενιά.

«Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι, απ’ του καιρού την άγρια πληρωμή, στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι, τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή, και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει και το μαράζι δίχως αφορμή».

«Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι, τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά, κι απ’ το παλιό μαρτύριο να ‘χει μείνει, ένα σκυλί τη νύχτα που διψά, γυναίκες στη γωνιά μ’ ασετυλίνη, παραμιλούν στην ακροθαλασσιά».

«Και στ’ ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια, θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή πώς έγινε με τούτο τον αιώνα και γύρισε καπάκι η ζωή, πώς το ‘φεραν η μοίρα και τα χρόνια, να μην ακούσεις έναν ποιητή».


Στις 3 παραπάνω στροφές ο ποιητής αναφέρεται στους διωγμούς των αντιφρονούντων, κυρίως των Κομμουνιστών. Η αναφορά στην Καισαριανή σημαίνει πως ο ποιητής δεν αναφέρεται αποκλειστικά στην περίοδο της επταετίας, αλλά ξεκινά από πριν, καθώς μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον που οι ακροδεξιές παρατάξεις με μια ή άλλη μορφή είναι πάντοτε στην εξουσία (1940-1974). 
Ο ποιητής που αναφέρει η στροφή, είναι ο Σεφέρης που πεθαίνει το 1971.

«Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι, ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά, ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη, και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά, μαλαματένια λόγια στο χορτάρι, ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά»
Εδώ ο ποιητής αναρωτιέται ποιος γράφει την ιστορία, τα ιστορικά βιβλία που θα διαβάσουν οι επόμενες γενιές. Ποια αφήγηση των γεγονότων θα κυριαρχήσει. Στο τέλος αναρωτιέται ποιος θα αντικαταστήσει τον Σεφέρη.

«Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες και ξημερώνοντας Παρασκευή, τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες, με πήραν και με βάλαν σε κλουβί και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί»
Ο ποιητής αναφέρεται ευθέως στην Παρασκευή 21ης Απριλίου του 1967. Πέφτει θύμα λογοκρισίας, δεν μπορεί πλέον να εκφραστεί, δεν μπορεί να διδάξει και να πει την αλήθεια, στην νέα γενιά. 
Η αναφορά στους «αργυραμοιβούς» πιθανώς είναι στις ξένους κι εγχώριους οικονομικούς παράγοντες που είχαν δοσοληψίες με την Χούντα. (Πιθανόν εδώ αναφέρεται στους Ωνάση, Βαρδινογιάννη, Λάτση, Ανδρεάδη, Νιάρχο κ.α. που εμπλέχτηκαν στην πολυδιαφημισμένη υπόθεση της αγοροπωλησίας του τρίτου διυλιστηρίου, γιατί συμπίπτει η χρονική περίοδος (1969-1973). 
Η Χούντα όπως κάθε κυβέρνηση, παρουσίαζε τις ιδιωτικοποιήσεις ως συμφέρουσες για την χώρα.

«Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής, περνούσα τα δικά σου δικαστήρια αφού στον Άδη μέσα θα με βρεις, να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια και σαν κακούργο να με τιμωρείς»
Στην τελευταία στροφή προβλέπει το ζοφερό μέλλον, όπου οι νέοι θα τον κατηγορούν ως «κακούργο» γιατί αυτό θα έχουν διδαχτεί. Δεν ήταν αρκετά δυνατός για να αντισταθεί στην αλλαγή, άρα το όνομα του θα μείνει στην ιστορία με αρνητικό στίγμα για πάντα.
Θεωρώ πως γράφοντας το τραγούδι ο Ελευθερίου δεν αναφέρεται μόνο στον εαυτό του, αλλά σε όλους τους σημαντικούς αριστερούς καλλιτέχνες που έδρασαν από το 1930 έως το 1970 (Ρίτσος, Λειβαδίτης, Θεοδωράκης, κλπ.).


Μερικές συμπληρωματικές πληροφορίες και σχόλια απ' το διαδίκτυο. 
Η μελωδία του τραγουδιού γράφτηκε από τον Γιάννη Μαρκόπουλο στα 13 του, όταν προσπαθούσε να βάλει άλλη μουσική σε κάλαντα και έπειτα από πολλά χρόνια την χρησιμοποίησε γι αυτό το υπέροχο τραγούδι! 

Υπάρχει η άποψη πως οι στίχοι έχουν αναφορές σχετικές με τον Γιώργο Σεφέρη: Η πρώτη στροφή αφορά την ανάγνωση του έργου του Σεφέρη από τον Μάνο Ελευθερίου: «Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι, τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές, τ’ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι μου μάθαινε το αύριο και το χθες»

Η δεύτερη στροφή είναι αναφορά στο ποίημα «Ελένη» του Σεφέρη: «Τα αηδόνια σε χτικιάσανε στην Τροία» / «Τα αηδόνια δεν σε αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες». 
Επίσης παρακάτω: «Γυναίκες στην γωνιά με ασετυλίνη, παραμιλούν στην ακροθαλασσιά» / «σαν και μια τέτοια νύχτα στ᾿ ακροθαλάσσι του Πρωτέα σ᾿ άκουσαν σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι έσυραν το θρήνο, κι ανάμεσό τους – ποιός θα το᾿ λέγε; – η Ελένη!» 

Η τελευταία στροφή είναι αναφορά στο ποίημα «Επί Ασπαλάθων»: «Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του ο Παμφύλιος ο Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος»«πώς το ‘φεραν η μοίρα και τα χρόνια να μην ακούσεις έναν ποιητή». Ο Ποιητής αυτός είναι προφανώς ο Σεφέρης.
«Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά, ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά, μαλαματένια λόγια στο χορτάρι ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά;»

Ο Σεφέρης πέθανε το 71, λίγα χρόνια πριν το τραγούδι. Και ο Ελευθερίου αναρωτιέται ποιος θα βρεθεί να τον αντικαταστήσει. Φυσικά και όλα αυτά συνδέονται με την Χούντα. Μην ξεχνάμε η κηδεία του Σεφέρη ήταν αφορμή για μια από τις λιγοστές πορείες στην Ελλάδα της επταετίας. 

Υπάρχει όμως και η άποψη ότι περισσότερο μάλλον τα «χώνει» στον  Σεφέρη παρά τον εξυμνεί. «…καλύτερα να σ’ έλεγαν Μαρία και να ‘σουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά κι όχι να ζεις μ' αυτή την κομπανία και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά»! 
Να μας πεις για το τώρα, δηλαδή, για τη σημερινή (την τότε) κατάσταση, για τους καημούς του απλού κόσμου κι όχι να μένεις βολεμένος στο αστικό σου περιβάλλον… Την δε κατάσταση την «περιγράφει» σε τρεις στροφές και πιο κάτω: «Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά…». Ποιος θα πει την αλήθεια; Ποιος θ’ αντισταθεί; «…μαλαματένια λόγια στο χορτάρι ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά». Καλές οι Τροίες, οι «Ελένες» και η παρελθοντολογίες, αλλά μ' αυτά/μ’ αυτούς που έρχονται τι θα γίνει; Ποιος θα τους μιλήσει; 

Υπάρχει επίσης και η άποψη ότι ίσως ο Ελευθερίου να είχε κάποια στιγμή στείλει στο Σεφέρη κάποιο δείγμα της δουλειάς του και να μην είχε πάρει και πολύ κολακευτικά σχόλια! Άλλωστε ο Σεφέρης δεν ήταν και πολύ γενναιόδωρος με τους «συναδέλφους» του. Είναι γνωστό ότι υποτιμούσε τον Καρυωτάκη, τον Αγκουλέ, και όχι μόνο … 

«Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής περνούσα τα δικά σου δικαστήρια αφού στον Άδη μέσα θα με βρεις να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια και σαν κακούργο να με τιμωρείς»

Αυτή η στροφή έχει μια ιδιαίτερη ιστορία. Όταν ο Μάνος Ελευθερίου είχε ολοκληρώσει το μισό ποίημα το έδειξε στον πολύ καλό του φίλο Γιώργο Ζαμπέτα, ο οποίος όταν το διάβασε αναφώνησε: «ρε μαγκάκο, αυτό δεν είναι για τραγούδι.. είναι για δικαστήρια!!»

Τη συλλογή πληροφοριών την έκανε ο Thanasis Longie (facebook)
Φωτογραφίες και επιμέλεια: Χρήστος Ζουλιάτης (facebook)

******************************************************************************************

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: «Ξεχάστε με στη θάλασσα. Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία». Ένα άγνωστο ποίημά του.

Θεόδωρος Αγγελόπουλος: «Δεν θέλω να πεθάνω» 
Είχε πει: «Υπάρχει μια σκηνή στην ταινία όπου ο ήρωας οδηγείται από δυο φύλακες στην ηλεκτρική καρέκλα. Καθώς προχωρούν, οι σκιές τους μεγαλώνουν στον τοίχο. Ξαφνικά μια κραυγή... Δεν θέλω να πεθάνω. Αυτή η κραυγή για καιρό μετά στοίχειωνε τις νύχτες μου. Ο κινηματογράφος μπήκε στη ζωή μου με μια σκιά που μεγάλωνε σε έναν τοίχο και μια κραυγή».


Ίσως αυτή την κραυγή «δεν θέλω να πεθάνω» να ήθελε να βγάλει, όταν νοσηλευόταν στην εντατική που, δυστυχώς, γι αυτόν, για μας, για τους φίλους του καλού κινηματογράφου, κατέληξε στην «Άλλη θάλασσα», παραμένοντας, ωστόσο στις καρδιές όλων μας!
Γεννήθηκε στις 27 Απριλίου του 1935 και έφυγε άδοξα, ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ (24/1/2012) μετά από θανατηφόρο ατύχημα στη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Η άλλη θάλασσα». Τον γνώρισα από κοντά, στη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Ταξίδι στα Κύθηρα» με τον Μάνο Κατράκη, στο καφενείο του Σιγάλα, εκεί δίπλα του ένοιωθε την παρουσία του Κάρολου Κουν, στη στοά Ορφέα. Τον θυμάμαι, πάντα με ένα τσιγάρο στο χέρι και σε μια αέναη κίνηση, να μιλάει, να συμβουλεύει, να καθοδηγεί και να δημιουργεί. Ήταν ο σημαντικότερος κινηματογραφιστής, που ανέδειξε η χώρα μας κι ένας από τους σπουδαιότερους του παγκόσμιου κινηματογράφου, με κυρίαρχα θέματα στο φιλμικό του σύμπαν, η μετανάστευση, η επιστροφή στην πατρίδα και η ελληνική ιστορία του 20ου αιώνα.

Λίγο πριν τη συγγραφή του σεναρίου της ταινίας «Ταξίδι στα Κύθηρα», είχε γράψει ένα ποίημα, γύρω στο 1982, λες κι ότι προοιώνιζε αυτό που θα γινόταν ύστερα από τριάντα χρόνια:

«Ξεχάστε με στη θάλασσα»
Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας
Είμαι επισκέπτης
Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά κι έπειτα δεν μου ανήκει
Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει «δικό μου είναι»
Εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία
Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε
Ότι δεν έχω καν όνομα
Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο
Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω
Ξεχάστε με στη θάλασσα
Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία.

Κείμενα-Φωτογραφίες: Χρήστος Ζουλιάτης

Δείτε φωτογραφικά στιγμιότυπα από τα γυρίσματα της ταινίας «Ταξίδι στα Κύθηρα» στη στοά Ορφέα.











Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Η ΑΡΣΙΝΟΗ ΒΗΤΑ πίνει espresso στο «Caffe Greco». Κατεβείτε τα σκαλιά της Piazza di Spagna και ελάτε στη Via Condotti. Κερνάει καφέ και μια όμορφη ιστορία.


Ένα ταξίδι στη γεύση, στις μυρωδιές και στην ιστορία του αρχαιότερου «καφέ» της Ρώμης, θα μας κάνει η Αρσινόη Βήτα που θα πιει καφέ μαζί μας και νοσταλγικά θα μας μεταφέρει στο χώρο του «Καφέ Γκρέκο». Ας μπούμε κι εμείς μέσα μαζί της να πιούμε ένα καφέ «λάττε» κι ας ακούσουμε μια όμορφη ιστορία.



Της Αρσινόης Βήτα
Φόρεσε με βιάση τη ζακέτα της, κοιτάχτηκε στο μεγάλο καθρέφτη, πήρε ένα μαντήλι και το έδεσε αριστοτεχνικά στο λαιμό της. Τίναξε τα μαλλιά της και οι μπούκλες τους της χάιδεψαν το πρόσωπο. Χαμογέλασε κλείνοντας την πόρτα του δωματίου του ξενοδοχείου 
«Roma» και κατέβηκε την υπέροχη δρύινη σκάλα. Λιγοστοί πελάτες του ξενοδοχείου βρίσκονταν στους χώρους του σαλονιού. Βλέπεις ήταν η ώρα της μεσημεριανής ραστώνης. Αρχές Μαΐου στην λατρεμένη της πόλη. Πέρασε με γρηγοράδα τη Via Veneto και κατέβηκε τα σκαλιά της Piazza di Spagna. Εκεί στα αριστερά της ήταν ένα μικρό καλόγουστο μαγαζάκι με χειροποίητα καπέλα. Λάτρευε τα καπέλα. Με τα καλά αγγλικά της ζήτησε από την ευγενική πωλήτρια να φορέσει ένα που έπεσε η ματιά της με μικρό γείσο που άφηνε τα μαλλιά της να ξεπροβάλλουν και να πλαισιώνουν το όμορφο πρόσωπο. Πόσο της πήγαινε! Με τη χαρά του ανθρώπου που βρίσκει αυτό που ζητά αρνήθηκε τις άλλες προτάσεις που της έκανε η πωλήτρια. Πλήρωσε, και χαιρέτησε στα ιταλικά. Το καπέλο χάριζε την ιταλική φινέτσα στο παρουσιαστικό της.

Με γρήγορα βήματα αναζήτησε το αγαπημένο της καφέ. Πέρασε την είσοδό του σχεδόν με ευλάβεια. Η μυρωδιά του τσαγιού, του καφέ μα κυρίως η ευωδιά μιας άλλης εποχής την
τύλιξε με τη μαγεία της. Εύκολα βρήκε τραπεζάκι. Κάθισε με μιαν αίσθηση αγαλλίασης. Το βλέμμα της περιεργαζόταν με αληθινή ευχαρίστηση κάθε τι γύρω της.
Παρήγγειλε με τα λίγα ιταλικά της που με τη μελωδική τους προφορά νόμιζε πως τραγουδούσε. Κι αφέθηκε να την συνεπάρει το ταξίδι στο χρόνο. Πίσω...

Γύρω από το οβάλ μαρμάρινο τραπέζι στις μικρές βελούδινες μπερζεροπολυθρόνες κάθονται και συζητούν χαμηλόφωνα απολαμβάνοντας τον καφέ που μόλις σερβιρίστηκε ο Φραντς Λιστ, ο Ρίχαρντ Βάγκνερ, ο Φέλιξ Μέντελσον, ο Τζοακίνο Ροσσίνι, ο Εκτόρ Μπερλιόζ, ο Ζωρζ Μπιζέ, ο Αρτούρο Τοσκανίνι σε μια σύνοδο κορυφής των μουσουργών. Ο Νικολάι Γκόγκολ ανάμεσα σε μια ρουφηξιά καπνού με τη συνοδεία του περίφημου καφέ «λάττε» κρατά σημειώσεις για το νέο του μυθιστόρημα «νεκρές ψυχές». Ο λόρδος Βύρων, ο Πέρσι Σέλλεϋ κι ο Λουδοβίκος της Βαυαρίας, συζητούν για την Ελλάδα με μιαν απέραντη αγάπη, για την επανάσταση για τη λευτεριά της. Μια θορυβώδης παρέα μιλά για μιαν άλλη επανάσταση στο χώρο της ζωγραφικής. Απολλιναίρ, Πικάσσο, Ντυσάν, Αντρέ Ζιντ. Ο αγαπημένος της παραμυθάς με το ημίψηλο καπέλο, εδώ κι αυτός... Όλοι εδώ σε αυτό το μικρό αρχοντικό του 18ου αιώνα, που ανήκε στον Έλληνα Νικόλα ντέλλα Μανταλένα, το στέκι των σπουδαίων διανοουμένων που μοιράζονται τις σκέψεις, τις εμπειρίες τους, πίνουν το μοσχοβολιστό καφέ τους κάνοντας παράλληλα ένα μοναδικό μάθημα ιστορίας της τέχνης.

Αναπνέει τον αέρα που ανάπνευσαν, τους νιώθει δίπλα της κοντά της. Και η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει καλύτερο μέρος για να πιει μια γουλιά του παρελθόντος, να αφουγκραστεί, να θαυμάσει, να φανταστεί τις ομιλίες τις συζητήσεις τους, να αναδέψει την ιστορία.


Via Condotti 

Η Via Condotti αρχίζει σιγά σιγά να γεμίζει κόσμο. Αναπόφευκτα κι εδώ στο Αntico Caffe Greco. Δεν αντέχει το θόρυβο των τουριστών που μπαίνουν κατά ομάδες. Ώρα να φύγει. Με μικρά απαλά βήματα για να μην ταράξει την ονειροπόλησή της βγαίνει στο δρόμο. Δίνει υπόσχεση στον εαυτό της και για άλλη επίσκεψη. Πάντα ο άνθρωπος ζητά το κομμάτι της γης που κάνει την καρδιά του ευτυχισμένη και την ψυχή του να αλαφροπετά από χαρά.
Έγραψε η Αρσινόη Βήτα (Facebook)


**************************************************************************
Ιστορικό του Καφέ Γκρέκο
Το Καφέ Γκρέκο (Caffe Greco) είναι το πιο ιστορικό «καφέ» της ιταλικής πρωτεύουσας και βρίσκεται σ' έναν από τους πιο πολυσύχναστους δρόμους της Ρώμης, στη Βία Κοντόττι (Via Condotti) αριθ. 86, κοντά στην Πιάτσα ντι Σπάνια. Ιδρύθηκε το 1760 από τον Έλληνα Νικόλα ντέλλα Μανταλένα (Nicola della Maddalena), από τον οποίο πήρε και το όνομά του.
Πρώτη φορά γίνεται αναφορά στο «Καφέ Γκρέκο» κατά το δέκατο όγδοο αιώνα σ' ένα έγγραφο απογραφής του 1760, που φυλάγεται στην εκκλησία του Σαν Λορέντσο (San Lorenzo) στην πόλη της Λούτσινα (Lucina), όπου αναφέρεται και το όνομα του Έλληνα ιδιοκτήτη του.




Ο διάσημος Τζιάκομο Καζανόβα (Giacomo Casanova, 1725 - 1798) γράφει στα «Απομνημονεύματά» του για την πρώτη φορά που πήγε το 1742, με κάποιους Ρωμαίους φίλους του, στο «Καφέ της οδού Κοντόττι» (Caffe di strada Condotta), πράγμα που σημαίνει πως το «καφέ» υπήρχε ίσως και πριν το αποκτήσει ο Έλληνας ιδιοκτήτης του. Και ο Γάλλος ζωγράφος Πιερ Πωλ Προυντόν (Pierre Paul Prudhon), σε επιστολή του σε κάποιο φίλο του γραμμένη το 1760, περιγράφει το «Καφέ Γκρέκο», ως πασίγνωστο στέκι φιλολογικών και καλλιτεχνικών κύκλων.

Η χρυσή εποχή για το «Καφέ Γκρέκο» εκτείνεται σ' όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα. Σ' αυτό σύχναζαν κατά καιρούς μεγάλες προσωπικότητες, όπως ζωγράφοι, γλύπτες, μουσουργοί και άνθρωποι των γραμμάτων από ολόκληρη την Ευρώπη, οι οποίοι επισκέπτονταν ή ζούσαν στη Ρώμη. Ανάμεσα σ' αυτούς περιλαμβάνονται μονάρχες, όπως ο βασιλιάς Λουδοβίκος Α' της Βαυαρίας, και πάπες, όπως ο Πάπας Λέων ΙΓ'.
Ο βασιλιάς Λουδοβίκος της Βαυαρίας, όταν σύχναζε στο Καφέ Γκρέκο στα χρόνια της ελληνικής εθνεγερσίας, συνήθιζε να εκδηλώνει σ' ένα κύκλο φίλων του καλλιτεχνών τον ένθερμο φιλελληνισμό του. Το 1833, ο Δανός αρχιτέκτων Κρίστιαν Χάνσεν στο Καφέ Γκρέκο πήρε την απόφαση να επισκεφθεί την Ελλάδα για να μελετήσει τα μνημεία της ελληνικής αρχαιότητας.




Διάσημοι θαμώνες της καφετέριας ήταν μια πλειάδα συγγραφέων απ' όλο τον κόσμο, όπως ο Κάρλο Γκολντόνι, ο Νικολάι Γκόγκολ (που έγραψε εδώ ένα μέρος από το μυθιστόρημά του «Νεκρές Ψυχές», 1845), ο Νίτσε, ο Γκαίτε, ο Σοπενχάουερ, ο Ανρί Σταντάλ, ο Κάρολος Ντίκενς, ο Σατωμπριάν, ο Μαρκ Τουαίν, ο Ναθάνιελ Χώθορν, ο Ουίλλιαμ Θάκαιραιη, ο Λόρδος Βύρων, ο Πέρσι Σέλλεϋ, ο Τζων Κητς, ο Τζιάκομο Λεοπάρντι, ο Σαρλ Μπωντλαίρ, ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, ο Ανατόλ Φρανς, ο Ιππόλυτος Ταιν, ο Γκαμπριέλε ντ' Αννούντσιο, ο Αλμπέρτο Μοράβια και άλλοι.
Ο Άγγλος ποιητής Τζων Κητς πέρασε τους τρεις τελευταίους μήνες της ζωής του (πέθανε το 1821 σε ηλικία 25 ετών) σ' ένα μικρό δωμάτιο ενός σπιτιού κοντά στο «Καφέ Γκρέκο», δίπλα στη σκαλινάτα της Πιάτσα ντι Σπάνια.

Ζωγράφοι, ιδιαίτερα της «Σχολής της Ρώμης», είχαν κάνει τόπο συναντήσεών τους κατά το 18o αιώνα το «Καφέ Γκρέκο», όπως και οι γερμανόφωνοι ρομαντικοί καλλιτέχνες της Σχολής των Ναζαρηνών, που είχαν έλθει από τη Βιέννη στη Ρώμη, όπως ο Πέτερ φον Κορνέλιους. Εδώ σύχναζαν και οι ζωγράφοι Ζαν Ωγκύστ Ενγκρ και Ζαν-Μπατίστ Κορό, καθώς και οι γλύπτες Αντόνιο Κανόβα και Μπέρτελ Τόρβαλντσεν. Από τους νεώτερους καλλιτέχνες, θαμώνας του Καφέ Γκρέκο ήταν και ο διάσημος σουρεαλιστής ζωγράφος Σαλβαδόρ Νταλί.
Πίνακας του Ρενάτο Γκουτούζο
Επίσης, μεγάλοι συνθέτες σύχναζαν ή είχαν επισκεφθεί τις αίθουσες του «Καφέ Γκρέκο»: ο Φραντς Λιστ, ο Ρίχαρντ Βάγκνερ, ο Φέλιξ Μέντελσον, ο Τζοακίνο Ροσσίνι, ο Εκτόρ Μπερλιόζ, ο Ζωρζ Μπιζέ και ο Αρτούρο Τοσκανίνι. Αλλά και φωτογράφοι από τη Γαλλία, την Αγγλία και την Ιταλία, με την επωνυμία «Ομάδα του Καφέ Γκρέκο», σύχναζαν εδώ στη δεκαετία του 1840, όπως οι Frederic Flacheron, Eugene Constant, Alfred-Nicolas Norman, James Andersen και Giacomo Canova.

Ο Ιταλός ζωγράφος Ρενάτο Γκουτούζο στον πίνακά του «Καφέ Γκρέκο» (1976), που βρίσκεται σήμερα στη Συλλογή Λούντβιχ στο Άαχεν, εικονογραφεί μια καλλιτεχνική παρέα με τους Απολλιναίρ, Πικάσσο, Ντυσάν, Αντρέ Ζιντ και τον εαυτό του στο περιβάλλον του «Καφέ Γκρέκο». Μια καλλιτεχνική συντροφιά στο «Καφέ Γκρέκο» απεικονίζεται και σε παλαιότερο πίνακα του 1856 του Αυστριακού ζωγράφου Λούντβιχ Πασσίνι (1832 - 1903).

Πίνακας του Ludwig Passini (Cafe Greco)


Τον Αύγουστο του 1953 το Υπουργείο Δημόσιας Εκπαίδευσης της Ιταλίας, με ειδικό διάταγμα, κήρυξε το «Καφέ Γκρέκο» ως «τόπο ιστορικού και εθνικού ενδιαφέροντος».
Πηγή: Βικιπαίδεια

Επιμέλεια: Χρήστος Ζουλιάτης



Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

«ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ» / Το μεγαλύτερο «ψέμα» του Μενέλαου Λουντέμη που γράφει στη μάνα του απ΄την εξορία.


 Ο Μενέλαος Λουντέμης δεν υπέγραψε ποτέ δήλωση μετανοίας κουβαλώντας τον σταυρό του μαρτυρίου του μέχρι τέλους. Ζώντας στο κολαστήριο της Μακρονήσου και βιώνοντας στο πετσί του τα βασανιστήρια, τους εξευτελισμούς και τις ταπεινώσεις έπειτα από χρόνια, αυτοεξόριστος ήδη στη Ρουμανία, θα καταθέσει τον αγώνα και τις εμπειρίες του στο αυτοβιογραφικό μυθιστορήμα «Οι Ήρωες κοιμούνται ανήσυχα» (Σαρκοφάγοι ΙΙ), ιδιαίτερα όμως στο συγκλονιστικό «Οδός Αβύσσου, αριθμός Ο».
Γράφει και αρκετά ποιήματα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το «Είμαι καλά». Αφορμή της έμπνευσής του είναι οι απαγορεύσεις της λογοκρισίας από τη διοίκηση του στρατοπέδου, αφού σ’ αυτόν τον τόπο του μαρτυρίου οι διαταγές σχετικά με την αλληλογραφία επέβαλαν να γράφονται μόνον «ολίγαι λέξεις υπό την έννοιαν ότι ο αποστολεύς υγιαίνει». Ο Φώτης Σιούμπουρας, μάλιστα, στο βιβλίο του «Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης», υποστηρίζει γι’ αυτό το ποίημα πως «ο συγγραφέας, λοιπόν, σε μία έκρηξη καρδιάς και ψυχής κάθησε κι έγραψε στην Μακρόνησο επιστολή προς τη Μάνα. Δεν την έστειλε στη μάνα του, μα στη μητέρα του συνεξόριστου Μάνου Κατράκη, την οποία αποκαλούσε ηρωίδα και λάτρευε (Ν.Σαραντάκος).

Από αριστερά προς τα δεξιά, ο ηθοποιός Γ. Γιολδάσης, ο λογοτέχνης Μενέλαος Λουντέμης, ο ιστορικός Δημήτρης Φωτιάδης, ο ηθοποιός Μάνος Κατράκης, ο ηθοποιός Τζαβαλάς Καρούσος,
ο λογοτέχνης Νίκος Παπαπερικλής, ο Γιάννης Ιμβριώτης και ο ηθοποιός Κώστας Ματσακάς.

«Είμαι καλά»
Ποίηση: Μενέλαος Λουντέμης
Αφήγηση: Χρήστος Ζουλιάτης
Μουσική επένδυση: Μίκης Θεοδωράκης (East of the Aegean)
********************************************************
Είμαι καλά, Μητερούλα … αυγή μου…
Σπεύδω να καλοπιάσω τον φόβο σου. Είμαι καλά.
Κάθομαι κάτω απ’ τον ίσκιο της λύπης μου,
κι αφήνω την πένα μου να κλάψει… Μάνα…
Τρεμούλα των χεριών…
Χρόνια που ξεφεύγεται απ’ την μπόλια… 
Στεναγμέ που μετράς τον μισεμό μου …
Είμαι καλά.

«Πρώτον, Σεβαστή μου …»
«Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω …» Και δεν ρωτώ τίποτα.
Εδώ δεν ρωτούν. Όλοι «Είναι καλά …»
Κι ας ανεμίζονται οι κρεμάλες πάνω απ’ τα κεφάλια τους.
Κι ας τρώει τα πόδια τους η ύαινα, η πίσσα.
Είμαι καλά.
«Πρώτον, Μητερούλα … Υγείαν έχω»
Και το στήθος μού φωνάζει σαν πρόβατο βραχνό.
Κι ο ραβδιστής μετράει την ώρα στα πλευρά μου.
«Πρώτον, Μητερούλα …» Μα συγχώρα με και σήμερα.
Συγχώρα με και σήμερα που δεν θα μάθεις την αλήθεια.
Η αλήθεια γέρασε και δεν ταξιδεύει.
Δεν περνά τη θάλασσα.
Η αλήθεια, Μανούλα, είναι βόλι. Και δεν θα την πω.
«Είμαι καλά».

Σήμερα κλείνω τα χίλια γράμματα. Μα ξέρω …
Πως έχεις χρόνους να πάρεις μήνυμά μου.
Μα συχώρα με. Συχώρα με, Μητέρα.
Για τα χίλια μονότονα «Είμαι καλά»
Τα χίλια μονότονα ψέματά μου.
Πήρα ξανά για να σου γράψω.
Έχω την κάρτα μου στα γόνατα.
Και τη χαϊδεύω σαν περίλυπο πουλί!
Το χέρι πια το γράφει μοναχό του
το μικρό, πικρό του, μάθημα:
«Είμαι καλά».
Ξέρω, αχ, Μητερούλα …
Ξέρω πως σου στέλνω κάθε μέρα
την ταχτική δόση της πίκρας μου. Ξέρω
πως τη χαϊδεύεις τούτη την ψευτιά μου …
Πως τη ραίνεις με δάκρυα και παραμιλάς. Ξέρω.
Μα δεν κάνει φτερά άλλη λέξη από ’δω …
«Είμαι καλά».

Μπορείς, ακριβή μου, να τη διαβάσεις και δίχως φως.
Δεν είναι καν ανάγκη να τη διαβάσεις.
Φτάνει μόνο να ’ρθει, να ακουστεί στην εξώπορτα …
η φωνή του ταχυδρόμου.
Τότε, Μανούλα, μπορεί και να μην είμαι καλά.
Μα εσύ να πιστέψεις τη γραφή μου
«Είμαι καλά».
Είμαι καλά … Αφού μπορώ και σέρνω το μολύβι.
Είμαι καλά … Αφού μπορώ και το ψελλίζω.
Είμαι καλά … Αφού αραδιάζω στο χαρτί,
«Είμαι καλά».
Αχ, να μπορούσα να ’χα έναν ουρανό
γεμάτο από ψεύτικα τέτοια πουλιά.
Και να τα ’χυνα στο διάστημα …
Για να ’ρχονται – κι όταν εγώ δεν θ’ ανασαίνω.
Να ’ρχονται και να ραμφίζουν το τζάμι του σπιτιού μας.
(Αυτό που κοιτάζει κατά τη θάλασσα)
Και να κελαηδούνε. Να κελαηδούνε σμήνη τις ψευτιές:
«Είμαι καλά».

Μανούλα εσύ… Εσύ που διαβάζεις με τα δάχτυλα.
Εσύ πού μιλάς τη γλώσσα των χεριών…
Ακούμπησε τα χείλη σου στο χαρτί
Έτσι όπως έβρισκες, σαν ήμουν παιδί, τον πυρετό μου…
Και διάβασε πάνω στ’ άγραφο χαρτί
Και διάβασε ολόισια απ’ την καρδιά μου:
Μάνα… Αχ… Μάνα, Μάνα…
Το κορμί που κανάκεψαν τα χέρια σου
έλιωσε σήμερα κάτω απ’ το λιθάρι.
Η φωνή που νανούριζε τον ύπνο σου
βέλαξε κατ’ απ’ το μαχαίρι.
Μα εσύ γέλα, ακριβή μου. Γέλα …
Πες πως ξύπνησες απ’ όνειρο κακό.
Και γέλα να τα διώξεις.
Γέλα, κι εγώ … ησύχασε, Μανούλα.
«Είμαι καλά»

Σήμερα μου χύσανε το φως μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Χτες κόψανε τα νύχια μου.
Τρόμοι μου πήραν τα φρένα μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Αύριο θα με σταυρώσουν.
Είμαι καλά. Είμαι καλά. Είμαι καλά…
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω χέρι να το γράψω.
Γι’ αυτό το σκάβω. Το σμιλεύω επιτύμβιο.
Πάνω σ’ αυτόν τον ανεμόδαρτο γκρεμνό.
Σ’ αυτό το τρελό νεκροταφείο
πως όλοι οι νεκροί του
Ε Ι Ν Α Ι   Κ Α Λ Α